λογικός


λογικός
[логикос] εκ. разумный, логичный.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "λογικός" в других словарях:

  • λογικός — of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λογικός — ή, ό (AM λογικός, ή, όν [λόγος] 1. αυτός που έχει ορθό λόγο, σωστή κρίση, ορθή σκέψη, αυτός που σκέπτεται, μιλά ή ενεργεί ορθά (α. «λογικό ον» β. «ο πατέρας μου είναι λογικός άνθρωπος») 2. ο έλλογος, αυτός που ενέχει λογική, που γίνεται σύμφωνα… …   Dictionary of Greek

  • λογικός, -ή — ό αυτός που σκέφτεται λογικά, ο σώφρονας, ο συνετός: Με έπεισε γιατί είχε λογικά επιχειρήματα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λογικά — λογικός of neut nom/voc/acc pl λογικά̱ , λογικός of fem nom/voc/acc dual λογικά̱ , λογικός of fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λογικώτερον — λογικός of adverbial comp λογικός of masc acc comp sg λογικός of neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λογικωτάτων — λογικός of fem gen superl pl λογικός of masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λογικωτέραις — λογικός of fem dat comp pl λογικωτέρᾱͅς , λογικός of fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λογικωτέρων — λογικός of fem gen comp pl λογικός of masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λογικῶν — λογικός of fem gen pl λογικός of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λογικόν — λογικός of masc acc sg λογικός of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)